| |
|
|
Δεν έχουν περάσει πολλές μέρες από τότε που έγραφα για τις «δύο τηλεοπτικές Ελλάδες»: «Η Ελλάδα του φόβου και η Ελλάδα της ανούσιας ανεμελιάς, δύο κόσμοι, δύο αλήθειες, δύο πραγματικότητες που μαρτυρούν με τον διαυγέστερο τρόπο την προβληματική σχέση που έχουμε ως κοινωνία με την πραγματικότητα». Η τηλεοπτική πραγματικότητα αυτές τις μέρες μού δίνει καθημερινά αφορμές για να επιβεβαιώσω αυτή την παρατήρησή μου. Τη στιγμή που η συνωμοσιολογική Ελλάδα του φόβου στρέφει το βλέμμα της στο Νταβός όπου κρίνεται η τύχη της χώρας μας, και προετοιμάζεται για την αντιμετώπιση των ανίερων επιθέσεων που δέχεται η οικονομία μας από κερδοσκοπικά κέντρα του εξωτερικού τα οποία υπονοούνται ικανοποιητικά, η «Ελλάδα της αβάσταχτης ανεμελιάς» ανησυχεί για την έκβαση του «εθνικού μας διαζυγίου», έκτακτες εκδόσεις σκανδαλοθηρικών εντύπων, αναλύσεις και άπειρος τηλεοπτικός χρόνος αφιερώνονται χωρίς καμία φειδώ σε ένα συνηθισμένο γεγονός, που θα μπορούσε να αφορά μόνο τις τηλεοπτικές και κουτσομπολίστικες στήλες των lifestyle περιοδικών. |
|
Διαβάστε περισσότερα...
|
|
Αφορμή για τις παρακάτω σκέψεις αποτελούν οι οδυνηρές εικόνες των εγκλωβισμένων σωμάτων στα ερείπια της πρωτεύουσας της Αϊτής, που ενώ παρουσιάζουν τους 1-2-3 που επέζησαν σφηνωμένοι στο μπετόν, υπονοούν συνεχώς τους εκατοντάδες χιλιάδες που δεν τα κατάφεραν και παρέμειναν για πάντα σφηνωμένα σώματα ανάμεσα σε υλικά οικοδομών. Και αναρωτιέμαι, αν το σώμα συνθλίβεται όταν ο σεισμός το αποφασίσει από αυτά τα υλικά, τι μας βεβαιώνει πως τα ίδια υλικά που ορίζουν τους χώρους που κοιμόμαστε, διασκεδάζουμε, δημιουργούμε ή βιώνουμε τις χαρές, τους έρωτες και τις απογοητεύσεις μας, δεν συνθλίβουν με ένα διαφορετικό τρόπο, σε μια άλλη κλίμακα τα σώματά μας και καθημερινά.
|
|
Διαβάστε περισσότερα...
|
|
|
Σε μια συζήτηση στην οποία συμμετείχα πρόσφατα σχετικά με τη συνθηματολογία των κομμάτων σε κάποιες προδικτατορικές εκλογές ακούσαμε, ανάμεσα στις άλλες διεκδικήσεις, και αναφορές που έθεταν ως στόχο την ευτυχία και τη χαρά. Μου έκανε εντύπωση πως μερικοί από τους νεαρότερους συνομιλητές ξαφνιάστηκαν από την πολιτική φρασεολογία που διεκδικούσε χαρά, και ειρωνικά την απέρριψαν ως ελαφριά (light) και αφελή. Αυτή η στάση με οδήγησε σε μια σειρά από συνειρμούς σχετικά με τον πολιτικό και κοινωνικό ανταγωνισμό και τη συναισθηματική ασφυξία των ημερών που ζούμε. |
|
Διαβάστε περισσότερα...
|
|
Προβλήθηκε από την κρατική τηλεόραση, πρόσφατα, ένα ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στον πολιτισμό της ταχύτητας και την κουλτούρα της χρονομέτρησης. Το ντοκιμαντέρ δεν είχε ως αφετηρία τον δημόσιο χρόνο της ιστορίας, των ρεκόρ, της πολιτικής, των ταχύτατων μεταφορών κ.ά., αλλά την ιδιωτική ταχύτητα με την οποία διανύουμε έναν δρόμο από τον οποίο συνηθίζουμε να περνάμε καθημερινά. Ο κοινωνικός ερευνητής Robert Divine χρειάστηκε να περιμένει 10 χρόνια για να καταγράψει την αύξηση κατά 10% στην ταχύτητα με την οποία διανύουν οι άνθρωποι μια απόσταση 100 μέτρων σε ορισμένες χώρες του δυτικού κόσμου. Αν εμπιστευτούμε τους αριθμούς για να βγάλουμε συμπεράσματα, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε μερικούς αφαιρετικούς συλλογισμούς του τύπου «η αύξηση της ταχύτητας με την οποία κινούνται οι πολίτες στις δυτικές κοινωνίες είναι ανάλογη της βελτίωσης της ταχύτητας με την οποία οι αθλητές στις αρένες του παγκόσμιου θεαματικοποιημένου αθλητισμού καταρρίπτουν τα ρεκόρ ταχύτητας το ένα μετά το άλλο». Ενα ακόμη εντυπωσιακότερο συμπέρασμα που θα μπορούσε να δώσει τροφή στη λαίμαργη φαντασία μας είναι ότι κάθε χρόνο οι δυτικοί πολίτες αυξάνουν την ταχύτητά τους ως διαβάτες, με αποτέλεσμα στα επόμενα δέκα χρόνια να κινούμαστε με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα. Ολοι ξέρουμε ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί, όχι μόνο γιατί υπάρχουν βιολογικά όρια που το ανθρώπινο σώμα, όση προσαρμοστικότητα και να επιδείξει, δεν θα τα καταφέρει να τα υπερβεί, αλλά κυρίως γιατί ξέρουμε ότι οι ίδιοι άνθρωποι που το πρωί βιάζονται να πάνε στη δουλειά τους, το απόγευμα χαζολογούν με βραδύτητα μπροστά στις βιτρίνες των καταστημάτων.
|
|
Διαβάστε περισσότερα...
|
|
|
Αυτές τις μέρες με απασχολεί η έννοια των ορίων, των συνόρων, των νοητών γραμμών που φιλοδοξούν να ορίσουν κόσμους. Χώρες, ζωτικούς χώρους, κόκκινες, πράσινες γραμμές και νεκρές ζώνες. Για να είμαι ειλικρινής, τόσο η γεωπολιτική όσο και η ψυχογραφική σημασία των ορίων μπλέκονται στο μικρό μου κεφάλι· το μόνο που είναι σαφές είναι η γοητεία που ασκούν πάνω μου. Η έννοια των ορίων υπήρξε (και παραμένει) γοητευτική και ώς ένα βαθμό συμβολίζει μια παράδοση που κρατά από τα παιδικά μου χρόνια. Τότε που ξυπνούσα σε ένα χωριό της ελληνογιουγκοσλαβικής μεθορίου και αντίκριζα τις χιονισμένες βουνοκορφές της χώρας που κάποτε τη λέγαμε Γιουγκοσλαβία. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν στην εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Ευζώνων κάποιες πολυκαιρισμένες οδικές πινακίδες που θυμούνται τη χώρα αυτή. Από τότε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου η έννοια των συνόρων ήταν παρούσα για να μου δώσει κίνητρα να ταξιδέψω, να διαβάσω, να καταλάβω και να αποδεχτώ αυτή την κοινή σύμβαση σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο. Κατάλαβα πως κάθε φορά που περνάς τα όρια μεταβαίνεις σε έναν άλλο κόσμο και ακόμη και αν επιστρέψεις στην αφετηρία σου, δεν είσαι ο ίδιος. Είναι μια από εκείνες τις εμπειρίες που εκτιμώ ιδιαίτερα γιατί αλλάζουν τη ζωή των ανθρώπων. Οπως σε κάθε τέτοια εμπειρία, έτσι και στο διάλογο με τα σύνορα τίποτε δεν είναι εύκολο, αυτονόητο ή δοσμένο. Σε αυτόν το διάλογο οφείλεις να ορίσεις τις έννοιες που περιγράφουν, τους κόσμους που τα σύνορα χωρίζουν, οφείλεις να γνωρίζεις......
|
|
Διαβάστε περισσότερα...
|
|
| | |
|
|
|
|
|